απαθανατίζομαι


απαθανατίζομαι
απαθανατίζομαι, απαθανατίστηκα, απαθανατισμένος βλ. πίν. 35
——————
Σημειώσεις:
απαθανατίζω, απαθανατίζομαι : από τις λέξεις από + αθάνατος, επομένως διατηρείται το α (και όχι αποθανατίζω).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απαθανατίζω — απαθανατίζω, απαθανάτισα βλ. πίν. 33 Σημειώσεις: απαθανατίζω, απαθανατίζομαι : από τις λέξεις από + αθάνατος, επομένως διατηρείται το α (και όχι αποθανατίζω) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής